I am a mariner of Odysseus with heart of fire but with mind ruthless and clear

Archive for the ‘psychology’ Category

Η παραπλανητική αίσθηση του χρόνου

In brain, psychology, science on March 15, 2010 at 11:24 am

Η ιδέα ενός ενιαίου και μοναδικού «βέλους του χρόνου» που υποτίθεται ότι μετρά αδυσώπητα τις ζωές μας ίσως, εν τέλει, αποδειχτεί μια αυταπάτη. Γιατί όταν πλήττουμε έχουμε την αίσθηση ότι ο χρόνος δεν περνά, ενώ όταν κάνουμε κάτι ενδιαφέρον ή όταν διασκεδάζουμε ο χρόνος κυλά χωρίς να το καταλαβαίνουμε; Και γιατί τα άτομα που υποφέρουν από νευροψυχολογικές παθήσεις (κατάθλιψη ή νόσο Πάρκινσον) έχουν μια εμφανώς διαφορετική αντίληψη του χρόνου; Πρόσφατα, χάρη σε κάποιες πρωτοποριακές έρευνες, η επιστήμη άρχισε να κατανοεί τις υποσυνείδητες ψυχολογικές διεργασίες και τους αδιαφανείς εγκεφαλικούς μηχανισμούς που μπορούν να επιβραδύνουν ή να επιταχύνουν το βέλος του χρόνου της ζωής μας.

Ορισμένοι ειδικοί τοποθετούν το εγκεφαλικό μας ρολόι κάπου μεταξύ της παρεγκεφαλίδας και των βασικών γαγγλίων. Αλλοι θεωρούν ότι εντοπίζεται σε ειδικά νευρωνικά κυκλώματα κατανεμημένα στο σύνολο του εγκεφάλου

Ορισμένοι ειδικοί τοποθετούν το εγκεφαλικό μας ρολόι κάπου μεταξύ της παρεγκεφαλίδας και των βασικών γαγγλίων. Αλλοι θεωρούν ότι εντοπίζεται σε ειδικά νευρωνικά κυκλώματα κατανεμημένα στο σύνολο του εγκεφάλουΚάθε πράξη ή σκέψη μας ορίζεται από τον χρόνο: έχει αρχή και τέλος, και συντελείται συνήθως με έναν προσωπικό ρυθμό. Αυτή η ιδιαίτερη ρυθμικότητα εκδηλώνεται στον αργό ή γρήγορο τρόπο που μιλάμε και γράφουμε, στον χαρακτηριστικό τρόπο που χτυπάμε ένα κείμενο στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή ή στον προσωπικό ρυθμό που εκφέρουμε τις λέξεις. Είναι γνωστό επίσης ότι κάποιοι σπουδαίοι καλλιτέχνες (π.χ. μουσικοί ή χορευτές) διαθέτουν και εκφράζουν εκπληκτικές «ρυθμικές» ικανότητες.

Ενα πολύ απλό τεστ για να διαπιστώσουμε πώς ο εγκέφαλος καταμετρά τους χρόνους των πράξεών μας είναι να ζητήσουμε από κάποια άτομα να ακολουθήσουν, χτυπώντας στο τραπέζι π.χ. το μεσαίο δάχτυλό τους, ένα γρήγορο ρυθμό (τρία χτυπήματα ανά δευτερόλεπτο) ή έναν αργό ρυθμό (ένα χτύπημα ανά δευτερόλεπτο). Τα χτυπήματα κάθε ατόμου μπορεί να είναι είτε λίγο πιο γρήγορα είτε λίγο πιο αργά. Ομως, και στις δύο περιπτώσεις το σφάλμα θα είναι παρόμοιο (τα χτυπήματα θα είναι είτε πιο γρήγορα είτε πιο αργά)· λες και ο εγκέφαλος των ατόμων διαθέτει ένα και μόνο εσωτερικό ρολόι που μετρά τον χρόνο είτε υπερβολικά γρήγορα είτε υπερβολικά αργά!

Αν επομένως υπάρχει μέσα μας ένας «μετρονόμος» που προσδίδει σε κάθε μας ενέργεια τον προσωπικό μας ρυθμό, ένα είδος υποκειμενικού χρονικού «στίγματος», τότε η χρονική κλίμακα με την οποία μετράμε την κάθε μας πράξη δεν μπορεί να θεωρείται αντικειμενική αλλά μόνο υποκειμενική, εφόσον μεταβάλλεται από άτομο σε άτομο. Τότε όμως, πώς συνδέεται η υποκειμενική μας αίσθηση του χρόνου με τον ιστορικό χρόνο μέσα στον όποιο ζούμε και ποια σχέση μπορεί να έχει με τον μαθηματικοποιημένο χρόνο της φυσικής ή με τον άχρονο χρόνο της μεταφυσικής;

Η εγκεφαλική κλεψύδρα

Από καιρό οι ερευνητές αναρωτιούνται ποιοι μπορεί να είναι οι νευροψυχολογικοί μηχανισμοί που επιτρέπουν στους περισσότερους ανθρώπους και ειδικότερα σε διάσημους πιανίστες ή χορευτές να βρίσκουν πάντα τον «σωστό» ρυθμό.

Τα επικρατέστερα σήμερα γνωστικά μοντέλα για την αντίληψη του χρόνου λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις καθημερινές εμπειρίες και ανάγκες των ατόμων καθώς και την επιρροή των συναισθηματικών τους καταστάσεων. Τα περισσότερα όμως από αυτά τα εξηγητικά μοντέλα επικαλούνται την ύπαρξη ενός κεντρικού εγκεφαλικού μηχανισμού για την καταμέτρηση του χρόνου, ένα είδος εγκεφαλικής κλεψύδρας που συσσωρεύει και «καταμετρά» χρονικές στιγμές.

Αυτός ο νευρολογικός «συσσωρευτής δευτερολέπτων», όπως τον αποκαλεί ο Marc Wittmann, επιφανής ερευνητής στην Ψυχιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, παρομοιάζεται με ένα νευρωνικό εκκρεμές που η κάθε του αιώρηση αντιστοιχεί με το τικ-τακ ενός μηχανικού ρολογιού. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα ή περισσότερα νευρωνικά κυκλώματα που αποστολή τους είναι να καταγράφουν νευρικές ώσεις, και ο συνολικός αριθμός των καταγεγραμμένων νευρικών ώσεων αντιστοιχεί στη χρονική διάρκεια στην οποία έλαβε χώρα μια πράξη.

Από τις έρευνες αυτού του μηχανισμού προκύπτουν διάφορα εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα. «Σύμφωνα με το καθιερωμένο γνωστικό μοντέλο, όσο περισσότερη προσοχή δίνουμε στον χρόνο, τόσο αυξάνεται η υποκειμενική αίσθηση της διάρκειάς του», υποστηρίζει ο Wittmann. Αυτό συμβαίνει επειδή τα «τικ-τακ» συσσωρεύονται μονάχα όταν εστιάζουμε την προσοχή μας στον χρόνο. Το ίδιο συμβαίνει επίσης όταν βρισκόμαστε σε κατάσταση επιφυλακής: επειδή εστιάζουμε την προσοχή μας στα πάντα, η συχνότητα των νευρικών ώσεων αυξάνει, συνεπώς αυξάνει και η συχνότητα των ώσεων που καταγράφονται από την εγκεφαλική κλεψύδρα.

Αρχίζουμε λοιπόν να καταλαβαίνουμε γιατί και πώς η ψυχολογική μας διάθεση μπορεί να επηρεάζει την υποκειμενική μας αντίληψη του χρόνου: αυξάνοντας ή, εναλλακτικά, μειώνοντας τους νευρωνικούς «χρονοδείκτες», δηλαδή σαν να λέμε τους κόκκους άμμου στην εγκεφαλική κλεψύδρα! «Κοντολογίς, ο υποκειμενικός χρόνος αντανακλά τη γνωστική και την ψυχολογική κατάσταση ενός ατόμου», όπως τονίζει ο Wittmann. Ισως γι’ αυτό όταν βαριόμαστε ή όταν βιώνουμε κάτι παθητικά έχουμε την αίσθηση ότι ο χρόνος δεν περνά: η προσοχή μας παγιδεύεται σε ένα αέναα επεκτεινόμενο παρόν.

Οπως συμβαίνει συχνά στην επιστήμη, η μελέτη ενός μη φυσιολογικού φαινομένου ή μιας ανώμαλης συμπεριφοράς οδηγεί στην καλύτερη κατανόηση των φυσιολογικών λειτουργιών. Ετσι, οι διαταραχές στην αντίληψη του χρόνου που διαπιστώνονται συστηματικά σε άτομα που υποφέρουν από κάποια νευροψυχολογική ασθένεια (υπερκινητικότητα, αδυναμία εστίασης της προσοχής, εξάρτηση από ναρκωτικά, κατάθλιψη, νόσο Πάρκινσον) αποτέλεσαν την αφετηρία για την κατανόηση των εγκεφαλικών μηχανισμών που εμπλέκονται άμεσα στην αντίληψη του χρόνου. Για παράδειγμα, από τη μελέτη ασθενών που έπασχαν από τη νόσο Πάρκινσον, μια νευροεκφυλιστική ασθένεια που πλήττει άτομα μέσης ηλικίας (55-60 ετών), οι ειδικοί έμαθαν πολλά για τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς της αίσθησης του χρόνου. Η ασθένεια αυτή πλήττει τους νευρώνες του ραβδωτού σώματος και των βασικών γαγγλίων του εγκεφάλου. Οι νευρώνες αυτοί χρησιμοποιούν ως νευροδιαβιβαστή, δηλαδή ως χημικό αγγελιαφόρο των νευρωνικών πληροφοριών, την ντοπαμίνη. Οι κινητικές δυσλειτουργίες και ανεπάρκειες των ασθενών εξαρτώνται από την καταστροφή αυτού του ντοπαμινεργικού συστήματος επικοινωνίας των νευρώνων.

Ωστόσο, η νόσος Πάρκινσον δεν πλήττει μόνο τις κινητικές ικανότητες των ασθενών αλλά και τις νοητικές: έχουν σοβαρά προβλήματα μνήμης και αίσθησης του χρόνου, γεγονός που, μέχρι πρόσφατα, είχε υποβαθμιστεί από τους κλινικούς γιατρούς. Το ότι όμως οι ασθενείς που υποφέρουν από Πάρκινσον εκδηλώνουν μια σαφή αλλοίωση της αίσθησης του χρόνου οδήγησε κάποιους πρωτοπόρους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι τα μόρια της ντοπαμίνης και γενικότερα το ντοπαμινεργικό σύστημα παίζει αποφασιστικό ρόλο στην αντίληψη του χρόνου!

Πού όμως βρίσκεται το εσωτερικό εγκεφαλικό μας ρολόι; Ποιο ή ποια είναι τα εγκεφαλικά υποστρώματα της αίσθησης του χρόνου; Σε αυτό το αποφασιστικό ερώτημα οι απόψεις των ειδικών ακόμη διίστανται. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η εγκεφαλική κλεψύδρα βρίσκεται κάπου μεταξύ της παρεγκεφαλίδας και των βασικών γαγγλίων. Αλλοι θεωρούν ότι τέτοιες «κλεψύδρες» υπάρχουν σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου μας, σε ειδικά νευρωνικά κυκλώματα κατανεμημένα στο σύνολο του εγκεφάλου. *

Πηγή: Ελευθεροτυπία

Advertisements

Scientists find first physiological evidence of brain’s response to inequality

In brain, psychology on February 25, 2010 at 11:50 am

Scientists find first physiological evidence of brain's response to inequality

This saggital view of the brain shows activity in both the ventromedial prefrontal cortex and the ventral striatum.

Credit: Elizabeth Tricomi, Rutgers University

Specifically, the team found that the reward centers in the human  respond more strongly when a poor person receives a  than when a rich person does. The surprising thing? This activity pattern holds true even if the brain being looked at is in the rich person’s head, rather than the poor person’s.

These conclusions, and the  (fMRI) studies that led to them, are described in the February 25 issue of the journalNature.

“This is the latest picture in our gallery of human nature,” says Colin Camerer, the Robert Kirby Professor of Behavioral Economics at Caltech and one of the paper’s coauthors. “It’s an exciting area of research; we now have so many tools with which to study how the brain is reacting.”

It’s long been known that we humans don’t like inequality, especially when it comes to . Tell two people working the same job that their salaries are different, and there’s going to be trouble, notes John O’Doherty, professor of psychology at Caltech, Thomas N. Mitchell Professor of  at the Trinity College Institute of Neuroscience, and the principal investigator on the Nature paper.

But what was unknown was just how hardwired that dislike really is. “In this study, we’re starting to get an idea of where this inequality aversion comes from,” he says. “It’s not just the application of a social rule or convention; there’s really something about the basic processing of rewards in the brain that reflects these considerations.”

The  “rewards”—things like food, money, and even pleasant music, which create positive responses in the body—in areas such as the (VMPFC) and ventral striatum.

In a series of experiments, former Caltech postdoctoral scholar Elizabeth Tricomi (now an assistant professor of psychology at Rutgers University)—along with O’Doherty, Camerer, and Antonio Rangel, associate professor of economics at Caltech—watched how the VMPFC and ventral striatum reacted in 40 volunteers who were presented with a series of potential money-transfer scenarios while lying in an fMRI machine.

For instance, a participant might be told that he could be given $50 while another person could be given $20; in a second scenario, the student might have a potential gain of only $5 and the other person, $50. The fMRI images allowed the researchers to see how each volunteer’s brain responded to each proposed money allocation.

But there was a twist. Before the imaging began, each participant in a pair was randomly assigned to one of two conditions: One participant was given what the researchers called “a large monetary endowment” ($50) at the beginning of the experiment; the other participant started from scratch, with no money in his or her pocket.

As it turned out, the way the volunteers—or, to be more precise, the reward centers in the volunteers’ brains—reacted to the various scenarios depended strongly upon whether they started the experiment with a financial advantage over their peers.

“People who started out poor had a stronger brain reaction to things that gave them money, and essentially no reaction to money going to another person,” Camerer says. “By itself, that wasn’t too surprising.”

What was surprising was the other side of the coin. “In the experiment, people who started out rich had a stronger reaction to other people getting money than to themselves getting money,” Camerer explains. “In other words, their brains liked it when others got money more than they liked it when they themselves got money.”

“We now know that these areas are not just self-interested,” adds O’Doherty. “They don’t exclusively respond to the rewards that one gets as an individual, but also respond to the prospect of other individuals obtaining a reward.”

What was especially interesting about the finding, he says, is that the brain responds “very differently to rewards obtained by others under conditions of disadvantageous inequality versus advantageous inequality. It shows that the basic reward structures in the human brain are sensitive to even subtle differences in social context.”

This, O’Doherty notes, is somewhat contrary to the prevailing views about human nature. “As a psychologist and cognitive neuroscientist who works on reward and motivation, I very much view the brain as a device designed to maximize one’s own self interest,” says O’Doherty. “The fact that these basic brain structures appear to be so readily modulated in response to rewards obtained by others highlights the idea that even the basic reward structures in the human brain are not purely self-oriented.”

Camerer, too, found the results thought provoking. “We economists have a widespread view that most people are basically self-interested, and won’t try to help other people,” he says. “But if that were true, you wouldn’t see these sort of reactions to other people getting money.”

Still, he says, it’s likely that the reactions of the “rich” participants were at least partly motivated by self-interest—or a reduction of their own discomfort. “We think that, for the people who start out rich, seeing another person get money reduces their guilt over having more than the others.”

Having watched the brain react to inequality, O’Doherty says, the next step is to “try to understand how these changes in valuation actually translate into changes in behavior. For example, the person who finds out they’re being paid less than someone else for doing the same job might end up working less hard and being less motivated as a consequence. It will be interesting to try to understand the brain mechanisms that underlie such changes.”

Πηγή: http://www.physorg.com/news186238210.html